Τι θα γλιτώσουν, με τη νέα ρύθμιση, όσοι ιδιοκτήτες δεν υπέβαλαν για χρόνια δηλώσεις φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Ποιο το όφελος για τα ταμεία του δημοσίου
Μετά την περαίωση το υπουργείο Οικονομικών προωθεί νέα ρύθμιση που θα αφορά 14.000 μεγαλοϊδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι για περισσότερα από 10 χρόνια δεν υπέβαλλαν δηλώσεις φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας.
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, οι «ξεχασιάρησες» μεγαλοϊδιοκτήτες, με ακίνητη περιουσία άνω του ενός εκατ. ευρώ, δεν έχουν υποβάλλει δήλωση από το 1997 που εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά ο ΦΜΑΠ μέχρι και το 2007 όπου εφαρμόσθηκε για τελευταία φορά ο σχετικός φόρος. Σύμφωνα με πληροφορίες, η νέα ρύθμιση θα περιληφθεί στο φορολογικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στις αρχές Φεβρουαρίου στη Βουλή. Σημειώνεται ότι οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν παραγραφεί ακόμα.
Όπως ορίζει η νομοθεσία το δικαίωμα του δημοσίου, για τη κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου για το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, προβλέπεται από τις διατάξεις παραγραφής του δικαιώματος του δημοσίου για την επιβολή φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών. Συνεπώς το δικαίωμα του δημοσίου για τη κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου προστίμου για το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας παραγράφεται στην περίπτωση που δεν υποβλήθηκε δήλωση είτε για ολόκληρη είτε για μέρος της ακίνητης περιουσίας, μετά πάροδο 15ετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
Όσοι υπαχθούν στη ρύθμιση θα απαλλαγούν από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και θα πληρώσουν σε δόσεις τα ποσά του ΦΜΑΠ που θα προκύψουν αλλά και τα πρόστιμα που θα επιβάλλει η εφορία για τα χρόνια που δεν είχαν υποβληθεί οι δηλώσεις. Εκτιμάται ότι η ρύθμιση θα φέρει έσοδα στα ταμεία του δημοσίου περίπου 200 - 250 εκατ. ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι ο ΦΜΑΠ αφορούσε φορολογούμενους με ακίνητη περιουσία άνω των 243.600 ευρώ για τους άγαμους, 487.200 ευρώ για τους έγγαμους, με προσαύξηση 61.650 ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα παιδιά και 73.400 ευρώ για καθένα από το τρίτο παιδί και πάνω. Ο φόρος υπολογίζονταν με συντελεστές από 0,354% έως 0,944% επί της αντικειμενικής αξίας, για τα φυσικά πρόσωπα.