Στα funds φαίνεται να μεταφέρεται το μεγαλύτερο βάρος από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη, γιατί, όπως εξηγούν πηγές της αγοράς, πρόκειται κυρίως για δάνεια που έχουν τιτλοποιηθεί και έχουν φύγει από τους τραπεζικούς ισολογισμούς.
Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να αφήνει εκτός του οικονομικού βάρους τις τράπεζες και τους servicers, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τελευταίοι δεν θα έχουν ρόλο στην εφαρμογή της απόφασης. Οι servicers παραμένουν οι διαχειριστές των απαιτήσεων και θα κληθούν να εφαρμόσουν τους νέους υπολογισμούς, όπου χρειαστεί. Το κόστος, όμως, εφόσον προκύψει από επανυπολογισμούς, εκτιμάται ότι θα μεταφερθεί στους τελικούς κατόχους των δανείων, δηλαδή κυρίως στα funds.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο σημείο είναι η βάση πάνω στην οποία θα υπολογίζεται πλέον ο τόκος. Το πλήρες κείμενο της απόφασης του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε χθες, δείχνει ότι οι αντίστοιχες ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη θα πρέπει να εκτοκίζονται ανά δόση, δηλαδή μήνα με τον μήνα, και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής. Εν ολίγοις, ο τόκος δεν θα υπολογίζεται σαν να πρόκειται για νέο τραπεζικό δάνειο πάνω σε όλη την οφειλή, αλλά πάνω στη μηνιαία δόση που έχει οριστεί από τη δικαστική απόφαση.
Παρά τη σαφή απάντηση στο βασικό θέμα του εκτοκισμού, τραπεζικές πηγές θεωρούν ότι το πλήρες κείμενο αφήνει ακόμη ανοιχτά πρακτικά ζητήματα για την εφαρμογή της απόφασης. Όπως σημειώνουν, ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί πώς θα εφαρμοστεί η νέα γραμμή σε παλιές ρυθμίσεις όπου έχουν ήδη γίνει υπολογισμοί με διαφορετική μεθοδολογία, ενώ παραμένει ασαφές και το ζήτημα της αναδρομικότητας.
Με άλλα λόγια, στο πλήρες κείμενο δεν υπάρχει σαφής αναφορά ότι προηγούμενοι υπολογισμοί ανατρέπονται αυτομάτως ή ότι επιστρέφονται μηχανικά ποσά σε δανειολήπτες. Για τον λόγο αυτό, όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές, όποιος διεκδικεί χρήματα από προηγούμενα έτη θα πρέπει αναγκαστικά να προσφύγει δικαστικά.
Γιατί η Ολομέλεια απέρριψε τον υπολογισμό επί του κεφαλαίου
Στο πλήρες κείμενο της απόφασης, η Ολομέλεια συνδέει ευθέως τον τρόπο υπολογισμού των τόκων με τον σκοπό του νόμου Κατσέλη και υπενθυμίζει ότι ο ν. 3869/2010 θεσπίστηκε για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η υπερχρέωση φυσικών προσώπων, δίνοντας σε πολίτες με μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών τους τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις οφειλές τους με ευνοϊκότερους όρους και, υπό προϋποθέσεις, να απαλλαγούν από αυτές.
Όπως τονίζεται στο κείμενο, «η αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ο υπολογισμός του επιτοκίου επί του συνολικού κεφαλαίου οφειλής, που ορίστηκε στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, εν είδει νέου προϊόντος δανείου με πιστούχο τον οφειλέτη, ενδεχομένως αναμενόμενος με βάση την τραπεζική πρακτική, δεδομένου ότι επιτρέπει μέσω αυτού του υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010».
Η απόφαση στέκεται ιδιαίτερα στην κοινωνική διάσταση της υπερχρέωσης, σημειώνοντας ότι έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο κοινωνικό πρόβλημα, καθώς σημαντικό μέρος των πολιτών οδηγήθηκε στην περιθωριοποίηση και έχασε τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Με τον νόμο Κατσέλη, όπως αναφέρει το κείμενο, δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα στους υπερχρεωμένους πολίτες να εξυπηρετήσουν, με βάση το εισόδημά τους, μέρος των χρεών τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ για τη διάσωση της κύριας κατοικίας προβλέφθηκε η καταβολή σημαντικού τιμήματος, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ολομέλεια απορρίπτει την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το επιτόκιο θα υπολογιζόταν επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής, σαν να επρόκειτο για νέο δανειακό προϊόν. Όπως αναφέρεται στο πλήρες κείμενο, μια τέτοια εκδοχή, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί αναμενόμενη με βάση την τραπεζική πρακτική, θα οδηγούσε τον δανειολήπτη σε νέο εγκλωβισμό με υπέρογκες δόσεις, πέρα από τις οικονομικές του δυνατότητες.
Στο ίδιο σκεπτικό εντάσσεται και η αναφορά της απόφασης στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδος. Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει.
Με πλειοψηφία 35 υπέρ και 12 κατά, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι ο υπολογισμός των τόκων για τους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη πρέπει να γίνεται στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο του δανειακού ποσού.
Πώς θα υπολογίζεται ο τόκος
Η απόφαση δεν μένει μόνο στη βασική αρχή ότι ο τόκος υπολογίζεται στη δόση και όχι στο συνολικό κεφάλαιο, αλλά προχωρά και στη διάκριση ανάλογα με το είδος του επιτοκίου που προβλέπει κάθε δικαστική ρύθμιση.
Για τις περιπτώσεις όπου η δικαστική απόφαση προβλέπει κυμαινόμενο επιτόκιο, ο υπολογισμός πρέπει να γίνεται διακριτά για κάθε μήνα καταβολής της κάθε δόσης, με βάση το ποσοστό που προκύπτει από τα περιοδικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος. Αντίστοιχα, όταν η δικαστική απόφαση έχει καθορίσει σταθερό επιτόκιο, ο υπολογισμός γίνεται επί της καθορισμένης μηνιαίας δόσης για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάθε υπόθεση πρέπει να διαβάζεται πάνω στο δικό της διατακτικό. Δεν αρκεί μια γενική επίκληση της απόφασης του Αρείου Πάγου, καθώς άλλο αποτέλεσμα μπορεί να έχει μια ρύθμιση με κυμαινόμενο επιτόκιο και άλλο μια ρύθμιση με σταθερό. Γι’ αυτό και κάθε δανειολήπτης θα πρέπει να δει τι ακριβώς γράφει η δική του δικαστική ρύθμιση, τι είδους επιτόκιο προβλέπει και με ποια μέθοδο έχει γίνει μέχρι σήμερα ο υπολογισμός από την τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης.